Proprietary (κλειστό) λογισμικό και υποδούλωση του χρήστη

Οι υπέρμαχοι του ΕΛ/ΛΑΚ συχνά κατηγορούν το proprietary (κλειστό) λογισμικό ότι ουσιαστικά υποδουλώνει τον χρήστη. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις Adobe και Autodesk: από την ώρα που εξαγόρασαν εταιρείες που παρήγαγαν διάφορες εφαρμογές (συχνά ανταγωνιστικές προς τις δικές τους), εξανάγκασαν τους χρήστες τους να μεταβούν στα Windows από εκεί που χρησιμοποιούσαν Linux ή κάποιες άλλες εκδοχές του Unix. Εδώ, οι χρήστες εξαναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν ένα λειτουργικό σύστημα που μέχρι πρότινος ούτε καν θα το συζητούσαν (και δεν ξέρω και κατά πόσο μπορεί να στηθεί ένα αξιοπρεπές render farm σε Windows). Κάτι ανάλογο δεν έγινε όμως και με τη Bentley Systems της οποίας το Microstation έπαψε από την έκδοση 5.0 και μετά να αναπτύσσεται για Linux και τα υπόλοιπα Unix-like λειτουργικά; Ή με την PTC που το 2010 σταμάτησε κάθε υποστήριξη προς Unix-like λειτουργικά; Ερωτήθηκαν οι υπάρχοντες χρήστες; Μάλλον όχι…

Σε άλλες περιπτώσεις, οι αλλαγές στον τρόπο χειρισμού μιας εφαρμογής ήταν τέτοιες που ξένισαν πολύ τους παλαιότερους χρήστες – δείτε π.χ. τι έγινε με το ribbon στις πρόσφατες εκδόσεις του Microsoft Office. Αρκετοί χρήστες, στους οποίους βάζω και τον εαυτό μου, νιώσανε άβολα με το νέο τρόπο χειρισμού. Κάποιοι επέστρεψαν στο MS Office 2003. Κάποιοι άλλοι δοκίμασαν τις νέες εκδόσεις και τις απέρριψαν. Κάποιοι άλλοι απλά βγάλανε το σκασμό σαν καλοί πελάτες μονοπωλιακής εταιρείας και συνηθίσανε το νέο τρόπο χειρισμού.

Η σκληρή και άσχημη πραγματικότητα είναι ότι πολλές εταιρείες proprietary λογισμικού (και ιδίως όσες έχουν μονοπωλιακή θέση στην αγορά) προσδοκούν ότι ο χρήστης θα δεχθεί κάθε αλλαγή που θα του επιβάλουν. Και ναι, μιλάμε για επιβολή, γιατί, όταν επί δέκα ολόκληρα χρόνια έχεις συνηθίσει ένα συγκεκριμένο workflow και ξαφνικά έρχεται η εταιρεία και, αντί να το εξελίξει πηγαίνοντάς το ένα βήμα παραπέρα, το αλλάζει εντελώς χωρίς να σε ρωτήσει, σου επιβάλλει τη θέλησή της. Κι εσύ είσαι υποχρεωμένος να βγάλεις το σκασμό και να το υποστείς, γιατί όλοι ανεξαιρέτως οι συνάδελφοί σου χρησιμοποιούν το λογισμικό της συγκεκριμένης εταιρείας στη δουλειά τους και τα proprietary φορμά αρχείων που εκείνη έχει φτιάξει. Αυτό σημαίνει ότι ο χρήστης, θέλει δε θέλει, θα υποχρεωθεί στο να καταλήξει σε μια από τις εξής δυο λύσεις:

  • Να παραμείνει σε κάποια παλιότερη έκδοση με την οποία είναι εξοικειωμένος, ρισκάροντας όμως την οριστική και επερχόμενη παύση της υποστήριξης προς αυτήν ιδίως σε ό,τι αφορά θέματα ασφαλείας, αλλά και τυχόν προβλήματα προς-τα-πίσω συμβατότητας (backwards compatibility), άρα και διαλειτουργικότητας, που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ο ίδιος και οι συνεργάτες του που χρησιμοποιούν νεότερες εκδόσεις.
  • Να μεταβεί σε νεότερη έκδοση (με το συνεπαγόμενο άμεσο οικονομικό κόστος για την αναβάθμιση), η οποία όμως, όπως προανέφερα, διαφέρει ριζικά ως προς τον τρόπο λειτουργίας και χρήσης της, με αποτέλεσμα να υπάρξει κάποια απώλεια παραγωγικότητας.

Καμία από τις δυο λύσεις δεν είναι αρεστή στο χρήστη. Η εταιρεία όμως δεν έχει κανένα λόγο να προβληματίζεται: έχει δέσει το γάιδαρό της λόγω μονοπωλιακής θέσης στην αγορά και προβληματικής συμβατότητας των εναλλακτικών λύσεων με το δικό της πρότυπο – λογικό είναι, γιατί οι εναλλακτικές προτάσεις προσφέρουν φίλτρα εισαγωγής-εξαγωγής αρχείων «συμβατά» με το proprietary φορμά τα οποία αποτελούν προϊόν reverse engineering, που δεν είναι πάντα ιδιαίτερα επιτυχημένο. Ο χρήστης είναι αναγκασμένος να κάνει, κυριολεκτικά, ό,τι του υπαγορεύσει η εταιρεία. Αν η νέα έκδοση της εφαρμογής είναι πολύ «βαριά» (συνήθως μάλιστα χωρίς κανέναν απολύτως λόγο) και απαιτεί αναβάθμιση του υπολογιστή του, ο χρήστης θα επωμιστεί αυτό το κόστος θέλοντας και μη. Αν είναι δύσχρηστη και εισάγει ως προεπιλογή ένα νέο φορμά αρχείων που οι παλιότερες εκδόσεις δε μπορούν – τουλάχιστον στην αρχή – να χρησιμοποιήσουν (όπως έγινε με τα .docx, .xlsx κ.ο.κ. στο MS Office 2007 που χρειάζονταν plug-in, το οποίο κυκλοφόρησε αργότερα, για να χρησιμοποιηθούν στο MS Office 2003), τότε θα αναγκάζεται να παρακαλάει τους συναδέλφους του να αποθηκεύουν (αν το θυμούνται) τα αρχεία σε παλιότερο φορμά, κάτι που θα δημιουργήσει δυσαρέσκεια για εκείνον, καθώς θα τους αναγκάζει να κάνουν ένα βήμα παραπάνω.

Αλήθεια, τι γίνεται έτσι και το συγκεκριμένο φορμά πάψει να υποστηρίζεται τελείως; Τι γίνεται αν το μονοπώλιο καταρρεύσει; Αν, φερ’ειπείν, η άλλοτε μονοπωλιακή εταιρεία βαρέσει κανόνι (θυμάται κανείς το Professional Write;) ή οι χρήστες εγκαταλείψουν την εφαρμογή της για χάρη κάποιας άλλης (όπως έγινε πριν από πάνω από 20 χρόνια με τη μετάβαση των χρηστών από το Lotus 1-2-3 στο πολύ ανώτερό του Microsoft Excel); Τότε θα έχουμε μια κοπιαστική, εκνευριστική και πιθανώς δαπανηρή διαδικασία data migration για να μην απωλεσθούν τα παλιά δεδομένα. Με απλά λόγια, τα «de facto» πρότυπα αρχείων, τα οποία «προστατεύονται» από πατέντες και αποτελούν κτήμα εταιρειών (οι οποίες φυσικά δεν είναι αιώνιες), το μόνο που εγγυώνται είναι ότι κάποια στιγμή τα δεδομένα που έχουν δημιουργήσει οι χρήστες θα κινδυνεύσουν να χαθούν γιατί έπαψε το πρότυπο αυτό να υποστηρίζεται.

Το proprietary λογισμικό λοιπόν, ειδικά όταν αποτελεί de facto πρότυπο λόγω μονοπωλιακής θέσης στην αγορά, υποδουλώνει τον χρήστη στις ορέξεις της κάθε εταιρείας και σε καμία περίπτωση δεν προσφέρει την παραμικρή εγγύηση στο χρήστη (ο οποίος σχεδόν ποτέ δε διαβάζει την «End User License Agreement», η οποία απλά απαλλάσσει την εταιρεία από κάθε ευθύνη για το αν το προϊόν της θα λειτουργεί σωστά και καθιστά το χρήστη αστικά και ποινικά υπόλογο για την περίπτωση που θα διανοηθεί να κάνει ένα αντίγραφο της εφαρμογής και να το εγκαταστήσει κάπου αλλού). Στο χώρο του proprietary λογισμικού δεν υπάρχει καμία ελευθερία για τον χρήστη (και δε συζητάμε καν για τροποποίηση και προσαρμογή της εφαρμογής στα μέτρα του χρήστη – αυτά απλώς απαγορεύονται διά ροπάλου και με απειλή αστικών και ποινικών διώξεων για «παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων») ούτε καν στο επίπεδο της επιλογής του τι θα χρησιμοποιεί.

Και μην έρθουν διάφοροι καλοθελητές να πουν «μα ξέρεις, δε σε υποχρεώνει κανένας να χρησιμοποιήσεις MATLAB, Word, AutoCAD, Photoshop ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο». Σε υποχρεώνει το ίδιο το οικοσύστημα των χρηστών και η ουσιαστική έλλειψη διαλειτουργικότητας με άλλες εφαρμογές. Όταν σε κάποιο χώρο έχουμε μονοπώλιο δεν υπάρχει επιλογή – υπάρχει μονόδρομος.

Grumpy Open Source Guy

.

Shortlink: http://wp.me/p2mUDU-c

Advertisements